Pick Language

Stavros Christodoulou

(CY) Stavros Cristodoulou (C) Marina Shiakola

Stavros Christodoulou was born in 1963 in Nicosia, Cyprus. He studied law in Athens but has never practiced the legal profession since he had already dedicated himself to journalism at the end of the 1980s. He has worked as managing director of various magazines in Greece and Cyprus and currently works for the leading Cypriot newspaper Phileleftheros as a columnist. His first book Hotel National, published by Kalentis Publications in Athens in 2016, was shortlisted for the Cyprus State Literature Prize and for a competition run by the literary magazine Hourglass. His second book, The Day the River Froze, published by Kastaniotis Editions in Athens in 2018, received the Cyprus State Literature Prize.

 

  • EUPL Year: 
    2020
  • EUPL Country: 

Winning Book

Τη μέρα που πάγωσε ο ποταμός

Budapest, February 12, 1985. In the bitter cold, the river freezes over and a prophecy that sounds like a croak marks the birth of Janos: ‘bad seed, bad tidings’. Twenty-seven years later, the man who the oracle confirmed as ‘Janos the Hungarian’ is arrested in Athens as the chief suspect in the murder of famous painter Miltos Andrianos. Could this be another crime typical of the sex intrigues of male prostitution rings? Journalist Stratos Papadopoulos begins to unravel the thread of history, delving into the lives of other people, whose paths sometimes lead to and cross in the margins of Athens’ new reality. Amongst the key figures in this mystery: a 60-year-old widow involved in a love affair with the Hungarian man, his wife, with whom he has a son, the offspring of a powerful political family associated with the painter, a secretive police officer and a shady figure from the underworld. In Stavros Christodoulou’s novel, no one seems above suspicion, while the truth is hidden, as always, in the details. As the mystery unfolds, the grey waters of the Danube carry away the stories of those whose only desire was to be loved.

(CY) Τη μέρα που πάγωσε ο ποταμός

Publishing House

Address: 

Themistocleous 104, Athens, Cyprus

Email Address: 
Phone No.: 
+30 210 3301208
Organisation: 
Kastaniotis Publications

Translation Deals

  • Albania: Neraida
  • Bulgaria: Colibri
  • North Macedonia: Magor Publishing
  • Serbia: Srebrno drvo

Excerpt

The day the river froze - Stavros Christodoulou

1. Τα παιδιά του «Skála»

Βουδαπέστη, Φεβρουάριος 1985

«ΝΑ ΦΟΡΕΣΕΤΕ σκουφιά. Θα πέσουν τ’ αυτιά σας από το κρύο».

Τα λόγια της γυναίκας ήχησαν υπόκωφα. Οι λέξεις αναρριχούνταν σαν από κατακόρυφο γκρεμό κι έπειτα σωριάζονταν με έναν βαρύ γδούπο σ’ εκείνο τo δυάρι των πενήντα τετραγωνικών όπου είχε στριμώξει τη ζωή της. Καιρό τώρα δεν την ένοιαζε τι συνέβαινε έξω απ’ την πόρτα της. Πόσα χρόνια, ούτε που θυμόταν. Μπορεί πέντε, μπορεί δεκαπέντε, μπορεί κι από πάντα.

«Μήπως απ’ το αφαλοκόψιμό του;» αναρωτήθηκε ψιθυριστά. Αλλά έπνιξε τις λέξεις, σαν να ντράπηκε και που το σκέφτηκε ακόμα.

Από τότε που κατάπιε τη χούφτα με τα χάπια ο χρόνος δεν είχε πλέον καμιά συνοχή. Ο γιος της ήταν εφτά χρόνων. Αυτό, ναι, το θυμόταν. Ένας μικρός διάολος που ρούφαγε λαίμαργα τη δροσιά των νιάτων της. Επί εφτά χρόνια. Καθημερινά. Από τη στιγμή κιόλας που οι πόνοι της γέννας ξέσκισαν το κορμί της. Όταν άκουσε για πρώτη φορά το κλάμα του, ένιωσε να την παρασέρνει η άμπωτη μακριά. Κόπιασε πολύ για να πατήσει πάλι στη στεριά. Για να σταθεί στα πόδια της. Για να τον ταΐσει, να τον πλύνει, να τον ξεσκατίσει. Ώσπου να τον βάλει για ύπνο –κατάκοπη, αλλά ήσυχη επιτέλους–, για να χώσει ένα χαπάκι κάτω απ’ τη γλώσσα της. Το κράταγε λίγο εκεί, όσο ν’αντλήσει δύναμη, κι έπειτα το άφηνε να κυλήσει στον οισοφάγο της αργά και παρηγορητικά, απελευθερώνοντας κύματα θερμότητας που επούλωναν τις αθέατες πληγές της.

«Σύνελθε, αλλιώς θα φύγω», τη φοβέριζε ο άντρας της, καθώς την έβλεπε να χάνεται στα ύπουλα σκοτάδια του μυαλού της. Και την κάρφωνε μ’ εκείνο το τραχύ βλέμμα που κάποτε ξάνοιγε τα φυλλοκάρδια της. Κάποτε, όμως. Τώρα πια στεκότανε μπροστά της κι αυτή δεν τον θωρούσε. Απλώς τον υπέμενε. Στωικά. Όμοια και τ’ αγγίγματά του. «Λόγια! Μόνο για ψόφια λόγια είσαι ικανός, σαν τα σαπιοκρέατα που πουλάς στην αγορά, καημένε», του αντιγύριζε περιφρονητικά.

Η αλήθεια είναι πως ποτέ δεν πίστεψε ότι θα τους εγκατέλειπε. Δεν τον είχε ικανό για κάτι τέτοιο. Αλλά νά που δεν τον ήξερε, τελικά, τόσο καλά όσο νόμιζε. 18 Ιουνίου του 1967, Κυριακή πρωί, την επομένη των γενεθλίων του παιδιού, έφυγε. Η ανάμνηση εκείνης της μέρας σώζεται ολοζώντανη μέσα της, κι ας φύτρωσε σε στέρφα, από κάθε συναίσθημα, γη. Είχε έναν ελαφρύ πονοκέφαλο όταν ξύπνησε. Έσυρε τα πόδια της μέχρι την κουζίνα, έφτιαξε καφέ και πρόσθεσε μια γεμάτη κουταλιά αφρόγαλα για να τον γλυκάνει. Ήπιε μια γουλιά και χαμογέλασε βλέποντας το είδωλό της στον μικρό καθρέφτη πάνω από τον πάγκο της κουζίνας. Μια λεπτή λευκή γραμμή σκέπαζε το πάνω χείλος της.

«Αστεία που είσαι...» της είπε εκείνος.

Δεν είχε αντιληφθεί την παρουσία του. Πόση ώρα στεκόταν πίσω της άραγε; Η φωνή του ήχησε αχνά, με ανεπαίσθητη τρυφερότητα, προκαλώντας της μια ελαφριά ανατριχίλα.

«Φεύγω», της είπε στεγνά. Και της το επανέλαβε, για να βεβαιωθεί πως τον άκουσε.

Δεν πρόλαβε ν’ αντιδράσει. Τον έβλεπε να σηκώνει τη βαλίτσα του και ν‘αγγίζει το χερούλι της πόρτας με μια βραδύτητα σαν να κινούνταν σε κενό αέρος. Όταν η πόρτα έκλεισε πίσω του, ένιωσε τα άκρα της να παραλύουν. Κατάφερε μόνο να πεταρίσει τα μάτια της. «Έφυγε...» σκέφτηκε. Με μια λέξη. Τελεσίδικη, καταπώς φαινόταν. Κοιτούσε τον άδειο διάδρομο αποσβολωμένη. Μετά, κατάφερε να σύρει τα πόδια της ως το καθιστικό. Το παιδί κοιμόταν ήσυχα στο ράντζο. Πέρασε ξυστάαπό δίπλα του ακροπατώντας. Πήρε τη γυάλινη καράφα και πρόσθεσε δυο δάχτυλα κονιάκ στο φλιτζάνι της. Το αλκοόλ, αναμειγμένο με καφέ και γάλα, της ανακάτεψε το στομάχι. Αλλά συνέχισε να πίνει. Σε στάση προσοχής. «Να μην ξυπνήσει ο μικρός διάολος...» σκεφτόταν.

Τι να του εξηγήσει; Από πού να πιαστεί για να μην πέσουν, μάνα και γιος, στο χαντάκι που άνοιξε το απρόσμενο φευγιό του; Έπινε για να μη σκέφτεται. Και να μην πονάει. Κυρίως αυτό. Το αλκοόλ την αναβάπτιζε σε θερμά ιαματικά νερά γαληνεύοντάς την. Έκλεινε τα μάτια κι ανακαλούσε την ευφρόσυνη εικόνα της εφηβείας της, όταν, για μια και μοναδική φορά, ευτύχησε να βουτήξει στα αστραφτερά λουτρά του Γκέλιρτ. Έπινε και βουτούσε όλο και πιο βαθιά, μέχρι ν’αγγίξουν οι παλάμες της τον μαρμάρινο πυθμένα. Εκεί όπου κανένας και τίποτα δεν μπορούσε να την πληγώσει.

Πόσος καιρός πέρασε από τότε; Η μνήμη της δεν την βοηθούσε να υπολογίσει. Αλλά δεν την έκοφτε κιόλας. Της αρκούσε που το ασθενικό σκαρί της άντεχε ακόμα, ώστε να βλέπει τον γιο της να μεγαλώνει. Ν’ ανδρώνεται. Να μοιάζει στον πατέρα του. Κι ας την φοβόταν ενδόμυχα τούτη την ομοιότητα.

Ακούμπησε την κούπα στα χείλη της και κατάπιε δυο γουλιές για να διώξει τις δυσοίωνες σκέψεις. Έπειτα άπλωσε τα χέρια της προς το καλοριφέρ. Η θέρμη του την κάλμαρε τόσο, που θα μπορούσε να μείνει ακούνητη εκεί όλη μέρα.

Ο γιος της γύρισε και της έριξε μια τελευταία ματιά προτού ανοίξει την εξώπορτα. Έτσι ζαρωμένη όπως ήταν, έμοιαζε να τα έχει τελείως χαμένα. «Στοίχημα πως είναι πάλι πιωμένη», σκέφτηκε, αλλά δεν της είπε τίποτα. Έπρεπε να βιαστεί.

«Να φορέσετε σκουφιά...» άκουσε ξανά την αδύναμη φωνή της από το μέσα δωμάτιο.

«Δεν υπάρχει άλλος, ρε μάνα», δυσφόρησε εκείνος, αλλά, προτού ακόμα τελειώσει τη φράση του, το μετάνιωσε. Κάθε φορά που του μιλούσε σαν να ’ταν κι άλλος στο σπίτι φούντωνε. Και κάθε φορά κάκιζε τον εαυτό του γι’ αυτό.

«Ναι, δεν υπάρχει...» του απάντησε αφηρημένα. Κι έσκυψε το κεφάλι, ακουμπώντας το σχεδόν στο στήθος της.

Ίσως να έφταιγε η λεκιασμένη ρόμπα της, το θολό της βλέμμα ή το ξεθωριασμένο κίτρινο χρώμα των μαλλιών της. Μπορεί όμως να ήταν απλώς γιατί στα δικά του μάτια φάνταζε γριά. Το βέβαιο ήταν πως η εικόνα αυτής της παραιτημένης γυναίκας τού προκαλούσε ναυτία. «Πόσων χρόνων να είναι τώρα;» αναρωτήθηκε. Όταν τον γέννησε, δεν είχε κλείσει ακόμα τα δεκαεφτά. Ένα παιδί που γέννησε παιδί... «Δεν μετανιώνω που με γκάστρωσε, αλλά που σε κράτησα», του είχε πει κάποτε μέσα στο μεθύσι της. Τι κι αν έκλαιγε μετά και του ζήταγε συγγνώμη; Το ποτό την τράβαγε με ορμή στον πάτο.

***

Εκείνο το πρωινό, στις 12 Φεβρουαρίου 1985, το κρύο στη Βουδαπέστη περόνιαζε τα κόκαλα και ο δυνατός αέρας πέτρωνε τα πρόσωπα. Η γειτονιά τέτοια ώρα έμοιαζε έρημη και τα παράθυρα στις πολυκατοικίες, πίσω από τον σιδηροδρομικό σταθμό Κέλετι, ήσαν ερμητικά κλειστά.

«Να δεις που είχε δίκιο η μάνα μου για τον σκούφο...» μουρμούρισε και τάχυνε τα βήμα του για να φτάσει το γρηγορότερο στο Μετρό. Η φοβισμένη φωνή της Άντρεα, λίγο πριν στο τηλέφωνο, του τριβέλιζε το μυαλό, σπρώχνοντας με δύναμη τα βήματά του στη νοτισμένη άσφαλτο. «Ένας πόνος, σαν σουβλιά, με πεθαίνει», την άκουσε να ψιθυρίζει στην άλλη άκρη της γραμμής. «Ο Λάζλο;» ήταν το μόνο που κατάφερε να πει μέσα στη σαστισμάρα του. «Αν ήταν εδώ ο αδερφός μου νομίζεις θα σ’ έπαιρνα;» ξέσπασε εκείνη. «Πονάω, σου λέω. Βιάσου!»

Μπήκε ασθμαίνοντας στον σταθμό, έδειξε την κάρτα του στον νυσταγμένο υπάλληλο και χώθηκε σ’ ένα από τα βαγόνια της κόκκινης γραμμής. Στην Ντέακ Φέρεντς άλλαξε βιαστικά τρένο και στριμώχτηκε ανάμεσα σ’ έναν τύπο που τα χνότα του μύριζαν μπίρα και μια μεσόκοπη γυναίκα που διάβαζε τη Népszabadság. Έκανε συχνά αυτήν τη διαδρομή τον τελευταίο χρόνο, αλλά τούτη τη φορά τού φάνηκε ατελείωτη. Όταν άνοιξαν οι πόρτες στην όγδοη στάση, ανέβηκε τρέχοντας τις σκάλες και βγήκε επιτέλους στην οδό Πούτιους.

Η κίνηση στον δρόμο ήτανε λιγοστή. Δυο εργάτες καθάριζαν νωχελικά το πεζοδρόμιο και μια γριά, τυλιγμένη μ’ ένα βαρύ μάλλινο σάλι, πούλαγε ματσάκια με λουλούδια. Τα είχε στριμώξει σ’ έναν βρόμικο πλαστικό κουβά που ακουμπούσε ανάμεσα στις χοντρές γαλότσες της. Πήγε να την προσπεράσει, αλλά ένα χέρι τον τράβηξε απότομα και, προτού προλάβει να καταλάβει τι συνέβαινε, είδε τη γυναίκα να του φράζει τον δρόμο.

«Πάρ’ της φρέσκα λουλούδια. Θα της αρέσουν...» του είπε παρακλητικά, ενώ του έσφιγγε το μπράτσο με δύναμη.

«Παράτα με!» αντέδρασε εκείνος. Κάτι στα μάτια της τον αλάφιαζε.

«Φιορίνια! Δώσε μου λίγα φιορίνια κι εγώ θα σ’ τα πω όλα».

«Παράτα με, τρελόγρια, σου λέω».

«Κακός σπόρος, κακά μαντάτα» ακούστηκε σαν κρώξιμο η φωνή της πίσω του, όμως οι λέξεις σκόρπισαν από τη δύναμη του ανέμου.

Άνοιξε το βήμα του και απομακρύνθηκε σχεδόν τρέχοντας. Πέρασε μπροστά από μια βεραμάν πολυκατοικία–βεραμάν, αυτήν την αλλόκοτη λέξη χρησιμοποιούσε η Άντρεα–και στο επόμενο μπλοκ, με το ζωηρό κεραμιδί χρώμα, χτύπησε το κουδούνι των Κόβατς. Έσπρωξε τη σιδερένια πόρτα κι ανέβηκε δυο δυο τα σκαλιά μέχρι τον δεύτερο όροφο.

Εκείνη τον περίμενε στην είσοδο, κρατώντας την τεράστια κοιλιά της με κόπο. Αν και δεν είχαν μεσολαβήσει ούτε τρεις μέρες από την τελευταία φορά που συναντήθηκαν, ξαφνιάστηκε από το πόσο όμορφη έδειχνε μέσα στο γαλάζιο της φουστάνι. Έμοιαζε με φουσκωμένο γυαλιστερό μπαλόνι που πάνω του ισορροπούσε ένα πανέμορφο μουτράκι από πορσελάνη.

«Μη με κοιτάς σαν χαζός!» τον αποπήρε και σωριάστηκε στην πολυθρόνα, ανήμπορη να σταθεί άλλο στα πόδια της.

Contact Details

Watch Stavros' video