Μετά που τέλειωσε την αποστολή της η Ελένη, πήγε στο σημείο ελέγχου, να επιστρέψει με τους άλλους εγκλωβισμένους πίσω στο χωριό της.
«Η ζωή κομμαθκιασμένη, οι οικογένειες χωρισμένες, άλλοι τζ̆ει τζ̆’ άλλοι ’δά» έλεγαν με παράπονο οι άνθρωποι, ηλικιωμένοι μα και νεότεροι, που είχαν αφήσει πίσω από το συρματόπλεγμα τους αγαπημένους τους. «Ώς πότε εννά αντέχουμεν τούτον το πήαιννε έλα, για να θωρούμεν τους δικούς μας;»
Τους ερεύνησαν όλους, και την Ελένη το ίδιο. Βρήκαν τα παραμύθια που είχε μέσα στο κιβώτιό της και μερικά σταυρουδάκια, που είχαν στείλει φίλοι Ελλαδίτες για τους μαθητές της. Την ανέκριναν ξανά, της έκαναν σωματική έρευνα και την έσπρωξαν με βία να μπει στο αυτοκίνητο της ψευδο-αστυνομίας, να την πάνε στο ψευδο-αρχηγείο τους. Εκείνη έπιασε γερά, με τα χέρια ψηλά, στην ανοικτή πόρτα του αστυνομικού οχήματος και γάντζωσε τα πόδια της κάτω από την πόρτα του αυτοκινήτου. Κρατήθηκε εκεί με δύναμη κι αντίσταση απίστευτη, μα κείνοι άρχισαν να τη χτυπούν στο κεφάλι, στον αυχένα, στην πλάτη, στα πόδια και τα χέρια, για να την εξαναγκάσουν να μπει στο όχημα. Πάλευε η δασκάλα με το σώμα της, που το χτυπούσαν με δύναμη.
Οι ψευδο-αστυνομικοί κατάφεραν να ελευθερώσουν τα γαντζωμένα πόδια της και να τη βάλουν με σπρωξιές ανάποδα μέσα στο αυτοκίνητο, πάνω στο κάθισμα, με τα πόδια ψηλά και το κεφάλι κάτω. Ντράπηκε η Ελένη με τα πόδια ψηλωμένα μπροστά σε τόσους άνδρες, τόσους δυνάστες.
Φορούσε, όμως, μαύρο χοντρό καλσόν. «Ευτυχώς!» σκέφτηκε, έκατσε ίσια και τακτοποίησε το μαύρο της φόρεμα που ήταν ανεβασμένο μέχρι πάνω από τη μέση της. Έπεσαν τότε από τις τσέπες της ανθοί και φλούδες λεμονιάς που κουβαλούσε πάντοτε μαζί της, να την παρηγορεί το άγγιγμά τους σε μαρτυρικές στιγμές, όπως αυτή.
Την πήραν στη συνέχεια στο ψευδο-αρχηγείο της αστυνομίας του παράνομου καθεστώτος, στην κατεχόμενη Λευκωσία, κι εκεί τη χτύπησαν ακόμα πιο άγρια. Τη γύμνωσαν, της άφησαν μονάχα το κάτω εσώρουχο και τη χτύπησαν σε όλο το σώμα. Κι όλα τούτα, γιατί βρήκαν τα σταυρουδάκια, μια χριστουγεννιάτικη κάρτα και μερικά παραμύθια με χριστουγεννιάτικες ιστορίες! Τα είχε στείλει στον Ερυθρό Σταυρό για τα εγκλωβισμένα παιδιά η Συμέλα Πατσινακίδου-Τουμανίδου -πρόσφυγας κι εκείνη, με καταγωγή από τη Μικρά Ασία- που συμπονούσε τα παιδιά κι ήθελε να βοηθήσει με τον δικό της τρόπο. Η Ελένη πήγαινε στους μαθητές της εκείνα τα βιβλία. Ήταν νωρίς ακόμα για τα Χριστούγεννα, μα σκέφτηκε πως θα τους έδινε μεγάλη χαρά ένα εικονογραφημένο χρωματιστό παραμύθι που δεν είχαν ποτέ τους.
Της τα πήραν οι κατακτητές, τα ξέσκισαν και τα έριξαν στον κάλαθο των αχρήστων. Της πήραν και μια χάρτινη εικονίτσα που την είχε σαν φυλαχτό μέσα στην τσάντα της, του Σέρβου Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς, που της την είχε δώσει κάποτε ο Επίσκοπος Ερζεγοβίνης Αθανάσιος Γιέβτιτς.
Μετά τα βασανιστήρια πήραν πίσω στο σημείο ελέγχου την Ελένη, κατατσακισμένη κι εξευτελισμένη ώς το μεδούλι. Την άφησαν ν’ ανεβεί στο λεωφορείο, κι εκείνο έβαλε μπρος -με πολλή καθυστέρηση- για τον προορισμό του. Μέσα ήτανε οι συγχωριανοί της, απελπισμένοι απ’ όσα είδαν τα μάτια τους και που δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι να τη βοηθήσουν.
«’Εν έχουν τέλειωση τα βάσανά μας, κόρη μου!» της είπαν κάτι ηλικιωμένες γυναίκες, σαν την είδαν να μπαίνει ξανά στο λεωφορείο.
Κι άλλη γιαγιούλα τής είπε: «Είσαι πελάς για τζ̆είνους, γιατί μιλάς για το δίτζ̆ιον. Μα ’εν αντέχουμεν, κόρη μου, τόσες ώρες να περιμένουμεν μέσα στο λεωφορείο, ώστι να τους γινεί το κκέφιν να σε αφήσουν, τζ̆’ ύστερις να ξεκινήσουμεν τζ̆’ εμείς».
«Συγχώρα μας, κόρη μου, μα ’εν αντέχουμεν να ταλαιπωρούμαστεν άλλον, άμαν έρκεσαι εσού μιτά μας».
«Κάθε φοράν τα ίδια τζ̆αι σ̆ειρόττερα σού κάμνουν, ώστι να παραιτήσεις τζ̆αι να φύεις για πάντα ’πού τα κατεχόμενα. ’Εν το καταλάβεις τζ̆’ εσού ότι έν’ τούτος ο σκοπός τους;»
«Τούτος έν’ ο σκοπός τους!» συμφώνησαν όλοι.
Μια άλλη συγχωριανή, πιο απελπισμένη, της είπε: «Σταμάτα τζ̆’ εσού, σούζε κκελλέν να περάσουμεν, κόρη μου. Να σιωπάς, να περάσουμεν ώς τζ̆είθθεμερου».
Σαν επέστρεψε στο σπίτι της η δασκάλα -μονάχη, εξαντλημένη, λυπημένη και δυστυχής- έβαλε να ζεστάνει νερό να λουστεί, να διώξει από το σώμα της την ντροπή που είχε νιώσει λίγες ώρες προηγουμένως.
«Το μόνο που σου ξαναζητώ, Θεέ μου, είναι να μη με προδώσει η καρδιά μου, που μια χτυπά δυνατά κι άτσαλα και μια σιωπά και με τρομάζει. Βοήθα, Θεέ μου, να αντέξει ακόμα λίγο, ίσως γίνει κάτι».
***
Το σκεφτόταν από μέρες η Ελένη. Ήθελε και δεν ήθελε να κόψει τα μαλλιά της. Είχε μια τεράστια πλεξούδα! Τα έπλεκε και τα τύλιγε τριγύρω στο κεφάλι της δυο τρεις φορές, μέχρι να τελειώσει. Έπλεκε το βρουλλίν σαν να έπλεκε μαζί και τα νιάτα της, μα και τα χρόνια που τον περίμενε τον αγνοούμενο της καρδιάς της, σαν μια άλλη Πηνελόπη· καρπασίτισσα Πηνελόπη.
«Να τα τυλίγεις, Ελένη, γύρω γύρω στο κεφάλι σου, να τονίζονται έτσι τα χαρακτηριστικά του προσώπου σου· καστανά λαμπερά μάτια, μάγουλα ροδακιά, χείλη κατακόκκινα, φυσιογνωμία γνήσιας Καρπασιτοπούλας» της είχε ψιθυρίσει, κι εκείνη ένιωσε το άγγιγμά του στο πρόσωπό της. Και το αποτύπωμά του έμεινε εκεί και πέτρωσε από τότε. Να αγνοείται εκείνος από τότε, από την καταραμένη εισβολή· εκείνος, ο αγνοούμενος της καρδιάς της.
«Έλα, μάνα, τράβα μιαν ψαλλιδκιάν» είπε στη μάνα της εκείνο το πρωί. «Κόψε τούτον το μαλλίν, πριν φύεις. Ποιος εννά το κόψει ύστερις;»
«Ασπρίσαν οι κροτάφοι, κόρη μου» της είπε εκείνη.
«Περνούν τα χρόνια, μάνα, τζ̆’ η δεσποσύνη φαίνεται ότι εμεγάλωσεν» είπε με μια δόση πικρίας, κι άρπαξε πλεξούδα και ψαλίδι και τα έβαλε στη χούφτα της μάνας της.
Εκείνο το «δεσποσύνη» που τη φώναζαν τα παιδιά, πολύ την πλήγωνε την Ελένη. Στην αρχή έκλαιγε τα βράδια σαν βρισκόταν μονάχη με τον εαυτό της. «Πώς πεθαίνει μια γυναίκα…» σκεφτόταν.
Μα όπως περνούσαν οι εποχές μονάχες και σβήνανε η μια μέσα στην άλλη, την πελεκούσαν οι λιγοστές νύχτες με άστρα, που της θύμιζαν πως έφτανε το θέρος.
Κάθε που έβγαινε καινούργιο φεγγάρι, στεκόταν στο παράθυρο, εκείνο το παράθυρο με τις σιδεριές, και το έβλεπε.
«Ούτε κουβέντα», του έγνεφε, «ούτε κουβέντα! Σιωπή… σιωπή. Ποτέ μη μιλήσεις για προορισμούς που ξεστράτισαν, για εχέμυθα φεγγαρόφωτα που εμπιστευτήκαμε. Λέω για τότε, λέω για κάποτε, λέω για κείνα τα πρώτα πρώτα καρδιοχτύπια που πέτρωσαν λησμονημένα. Σιωπή… σιωπή. Τι δίψα το πέλαγο απόψε! Τι παρηγοριά η νοτισμένη γη!»
Το τεράστιο βρουλλί, που ακουμπούσε στο χώμα σαν το άπλωνε, κόπηκε. Και μαζί του κάθε κοριτσίστικο όνειρο που έκανε, σαν το έπλεκε μπρος στον καθρέφτη.
«Η δεσποσύνη έκοψε τα βρουλλιά της» είπαν ο ένας στον άλλο οι μαθητές της, όταν την είδαν το άλλο πρωί.
Το συζήτησαν μεταξύ τους, τα μικρότερα γέλασαν, άλλα λυπήθηκαν, άλλα το προσπέρασαν αδιάφορα. Μα την ώρα του διαλείμματος άκουσε τα παιδιά που το κρυφοκουβεντιάζανε μεταξύ τους.
«Η δασκάλα, ρε, έκοψε το βρουλλίν, φαίνεται θα φύγει και θα μας αφήσει μόνους μας».
«Πού να πάει, ρε;»
«Κι εμείς πού θα μείνουμε, άμα φύγει η δασκάλα;»
«Θα φύγουμε κι εμείς μαζί της».
«Αν ήθελε να φύγει, τι την ενοχλούσε το βρουλλίν;»
«Τα κόβουν τα βρουλλιά, ρε, για να φαίνονται πιο όμορφες».
«Η δασκάλα μας είναι όμορφη και με βρουλλιά και χωρίς βρουλλιά!» είπαν τα κορίτσια, και τα αγόρια στη συνέχεια συμφώνησαν με την επιμονή τους.
Γέλασε η Ελένη με την αθωότητά τους, και τα φώναξε να μπουν ξανά στην τάξη.